Το τσιμεντόπλοιο -αποβάθρα του λιμανιού

Το τσιμεντόπλοιο-αποβάθρα του λιμανιού
(από το αρχείο του κ. Αντώνη Λαζαρή και συνέντευξη στην Εριέττα Βουλγαρίδη)

Κατά τη διάρκεια του πολέμου υπήρχε σοβαρή έλλειψη σιδήρου και μετάλλου γενικότερα, γεγονός που δυσχέραινε την κατασκευή των πλοίων. Έτσι οι κατοχικές δυνάμεις το 1942 έστησαν ένα διαφορετικό ναυπηγείο στο Πέραμα χρησιμοποιώντας το ενισχυμένο σκυρόδεμα (τσιμέντο) ως πρώτη ύλη ναυπήγησης μικρών μεταφορικών πλοίων.

Ο Γ.Γαβρίλης αναφέρει σε άρθρο του περιοδικού «Εφοπλιστής»:

«Τεράστια τσιμεντένια καλούπια, στηριγμένα πάνω σε επίσης τσιμεντένια «βάζα», τα οποία σώζονταν μέχρι πριν λίγα χρόνια, επενδύονταν με λεπτή λαμαρίνα και μορφοποιούσαν το σκαρί του τσιμεντόπλοιου.

Στη συνέχεια οι ντόπιοι, άλλοτε υποχρεωμένοι από τα όπλα και άλλοτε από την πείνα, δούλευαν το χαρμάνι με τα χέρια και γέμιζαν το καλούπι με σκυρόδεμα. Η αμοιβή τους ήταν συνήθως ένα πιάτο νερόβραστο φαί.

Μετά από λίγες μέρες γινόταν το ξεκαλούπωμα και το καινούριο σκαρί όδευε προς τη θάλασσα πάνω στην τσιμεντένια γλίστρα. Οι καθελκύσεις δεν ήταν κάθε φορά επιτυχείς. Μερικά από τα τσιμεντόπλοια βούλιαζαν επί τόπου και άλλα ταξίδευαν για πολύ λίγο και στη συνέχεια βυθίζονταν. Όσα αποδεικνυόταν αξιόπλοα εξοπλίζονταν με μηχανή και ξεκινούσαν τα δρομολόγιά τους, συνήθως προς την Κρήτη κάνοντας τον τετραπλάσιο χρόνο για να φτάσουν».

Ένα από τα τσιμεντόπλοια αυτά, που βυθίστηκε στο Πέραμα, παραχωρήθηκε από το ελληνικό δημόσιο, και το φθινόπωρο του 1948 ρυμουλκήθηκε από ρυμουλκά του Μάτσα στη Ραφήνα και εγκαταστάθηκε στην άκρη του υπάρχοντος μόλου όπου αποτέλεσε την βασική προβλήτα του λιμανιού και κυριαρχούσε στο χώρο μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970 όταν άρχισε η επέκταση του λιμανιού.

Ενώνοντας διηγήσεις πολλών ανθρώπων που πέρασαν από το λιμάνι, καταλαβαίνουμε ότι πολύ βασικό ρόλο στην απόκτηση του τσιμεντόπλοιου έπαιξαν ο τότε εν ενεργεία αξιωματικός του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, μετέπειτα ναύαρχος Γεώργιος Τσαφαράς και ο τότε αντιπρόεδρος του Λιμενικού Ταμείου Ραφήνας Κυριάκος Δρακούλης.

Από τη δεκαετία του 1950 άρχισε να λειτουργεί επάνω του μια ταβέρνα με λίγα τραπεζάκια στο εσωτερικό κάτω από την πλώρη και έξω στο κατάστρωμα.

Η επικείμενη διάβρωση του πλοίου, η υγρασία, το νερό από τη θάλασσα που βρισκόταν σε ελάχιστη απόσταση και η επικινδυνότητα του σημείου, από σπασίματα κάβων κλπ, ανάγκασαν τον ιδιοκτήτη κ. Ασημάκη Καλπάκη να μεταφέρει την ταβέρνα του σε ένα άλλο σημείο του λιμανιού όπου υπάρχει μέχρι σήμερα. Τα αμπάρια του παρόλο που στην αρχή αφέθηκαν ανοιχτά, αργότερα καλύφθηκαν για την αποφυγή περαιτέρω διάβρωσης.

Σε συζήτηση για το τσιμεντόπλοιο, ο πρώην λιμενάρχης Ν.Καβαλλιέρος μας ανέφερε ότι «Σε διάφορα σχέδια διάλυσής του, αντιδράσαμε σα λιμενικό ταμείο και μπορέσαμε να σώσουμε ένα μέρος από το μπροστινό μέρος του πλοίου το οποίο ακόμα υπάρχει, για να θυμίζει αν μη τι άλλο από που είχε ξεκινήσει και τι ήταν το λιμάνι την εποχή εκείνη. Κανονικά έπρεπε να έχει διασωθεί, να φωταγωγηθεί το βράδυ και να μπει μια ταμπέλα με την ιστορία του.»

Συνέντευξη με τον Κοσμά Καλπάκη

Ξεκινάει πιο δύσκολα να μιλήσει, φοβάται ότι δε θα τα θυμηθεί σωστά, ότι θα πει λάθος ημερομηνίες. Σιγά σιγά όμως θυμάται περισσότερα… Κάποια στιγμή τηλεφωνεί στη μητέρα του να του επιβεβαιώσει ένα περιστατικό. Αργότερα εκείνη συγκινημένη, “τι μου θύμησες τώρα”, ξανατηλεφωνεί να μας πει κι άλλα …
«Οι δικοί μου ήταν Τριγλιανοί. Είχαν κάτι συγγενείς εδώ και έτσι ήρθαν. Τότε βγήκε σε δημοπρασία ο φάρος και ο πατέρας μου τoν ανέλαβε. Βέβαια μετά δεν είχε λεφτά για τραπέζια και έβαζε ψαροκασέλες. Θυμάμαι είχε βγει τελάλης και φώναζε «ο Ασημάκης κάνει εγκαίνια στο φάρο, ο Ασημάκης κάνει εγκαίνια στο φάρο» και στα εγκαίνια είχε για μεζέ ούζο και στραγάλια. Αργότερα απέκτησε και τραπέζια τα οποία όταν έπιανε φουρτούνα, τα έπαιρνε η θάλασσα και τα φέρναμε την άλλη μέρα από την παραλία που ήταν απέναντι. Πολλοί στο μεθύσι τους πετάγανε πιάτα μέσα να δούνε πόσα γκελ θα κάνουν! Έπεφτε ο πατέρας μου τη άλλη μέρα και τα μάζευε.

Ο φάρος άνοιξε 20 Ιουλίου του ’53, το θυμάται καλά η μητέρα μου γιατί ήταν έγκυος. Τον αφήσανε το ’62.
Στο εσωτερικό είχαν φτιάξει πάγκους γύρω γύρω και είχε εφτά τραπέζια, χώραγε σίγουρα καμιά τριανταριά άτομα.
Ήταν φαρδύ μέσα όπως ανοίγει η πλώρη του πλοίου, ήταν μεγάλο. Είχε την κουζίνα και μικρή τουαλέτα. Και πάνω είχε τραπέζια, μπρούτζινα φινιστρίνια και το αλουμίνιο γύρω ήταν ψηλό κι έκοβε λιγάκι τον αέρα.
Αν κατέβεις κάτω στις πέτρες εκεί που σκάει η θάλασσα έχει ακόμη κομμάτια λαμαρίνας. Κι όλο αυτό το όμορφο πράγμα πήγαν να το γκρεμίσουν.
Η μητέρα μου άφηνε ρούχα και παπούτσια μέσα στο φάρο για να αλλάζει γιατί όλο γινόταν μούσκεμα από τα νερά.
Μόλις ερχόταν καράβι μαζεύανε τα τραπέζια γιατί ήταν μέσα στη μέση του λιμανιού κι η θάλασσα έμπαινε μέσα, ήταν ζωντανή τότε. Για να μπεις κατέβαινες δύο σκαλάκια και πλημμυρίζανε συχνά.
Αναγκάστηκαν να φύγουν από κει όταν άρχισαν να έρχονται πιο πολλά καράβια και έγινε πολύ επικίνδυνο γιατί με τον αέρα έσπαγαν οι κάβοι.
Ανεβαίναμε θυμάμαι παιδιά, μπροστά στη μύτη που είχε ένα σίδερο έτσι στρογγυλό και φαρδύ και βουτάγαμε στη θάλασσα.
Είχε και πολύ ψάρι τότε, είχε ένα κιούρτο ο πατέρας μου όταν τον τράβαγε ήταν πάντα γεμάτος. Πολύ ψάρι τότε.
‘Όταν είχε καιρό, για να περάσουν από εκεί μετράγανε εφτά κύματα γιατί λένε πως το έβδομο κύμα είναι το μεγαλύτερο.
Μόλις πέρναγε, αρχίζανε να τρέχουν γιατί η απόσταση ήταν περίπου εκατό μέτρα από τη μύτη μέχρι έξω και δεν είχε ούτε πέτρες ούτε τίποτα να σταματήσει τη δύναμη της θάλασσας. Κι ο βοριάς όταν είχε πολλά μποφόρ, καβάλαγε από πάνω, σ’ έριχνε και μέσα.
Επειδή δεν είχε λοιπόν λεφτά ο πατέρας μου για να πάρει σωσίβιο, είχε δέσει μια σκούπα, μια ξύλινη σκούπα με σχοινί κι όποιος έβγαινε έξω, ιδίως αν ήταν σουρωμένος, ερχόταν το κύμα και τον έριχνε μέσα. «Ευδοξία τη σκούπα»! φώναζε ο πατέρας μου και του πέταγε τη σκούπα, τον πήγαινε στα πενήντα μέτρα που είχε σκαλάκια και τον έβγαζε έξω. Μέρα νύχτα μέσα εκεί κάθονταν όταν είχε καιρό, να πίνουν και να τρώνε… Όλα αυτά τώρα είναι άλλο να στα λέει κάποιος που τα έχει ζήσει, εγώ σου λέω ότι θυμάμαι από διηγήσεις του πατέρα μου…»

The Concrete Ship

During the Second World War there was great shortage of iron and metals in general and, as a result, it was very diffi cult to build ships. Thus, in 1942, the German occupation forces set up a diff erent type of shipyard at Perama using reinforced concrete as raw material for the construction of small transport ships.

One of those concrete ships, which sank at Perama, was granted to the port of Rafi na by the Greek government, and in the autumn of 1948 it was towed by tugs owned by Matsas. It was fi tted at the edge of the existing pier and served as the main dock of the port until the late 1970s, when the port expansion began.
Putting together stories and testimonies of people involved in the port’s aff airs, we found out offi cer of the Hellenic Ministry of Mercantile Marine, Georgios Tsafaras, along with the vice president of the Port Fund Kyriakos Drakoulis were key fi gures in the acquisition of the concrete ship.

In the 50’s a tavern with a few tables inside, beneath the bow, and out on the deck started to operate. However, the ship’s imminent erosion, the increased humidity, the sea water being so near and the constant hazard that could be caused by broken ropes or anchor cables, forced the owner Mr. Asimakis Kalpakis to move the tavern to another part of the
port, until this day. The holds of the ship, initially open, had to be sealed later on to prevent further erosion.

Talking about the concrete ship, former port master N.Kavallieros mentions:
“We stood against various dissolution plans and managed to save a section of the front part of the ship that is still there to remind us the port’s history through time.
Th e concrete ship should have been kept in its entirety, be illuminated at night and have a sign with its story for everyone to know.”
Mrs. Chatzi, who used to work for the Rafi na Port Fund recalls:
“When larger ships started operating at the port, the need for more support as well as an engineer was essential. Th ey hired Mr. Kapsalis for this task, an engineer who had undertaken many projects at the port. He brought foreign experts as well, and they installed an elongated beam to better connect the new blocks to the concrete ship “.
We spoke with Kosmas Kalpakis, the son of the tavern’s owner, who was afraid that his memory would betray him and that he would get the dates all wrong. However, he gradually remembered more and more along the way. Later on, his mother phoned all emotional to tell us even more stories.

“My family came from Triglia. They had some relatives who lived here and so they chose to come to Rafina. The lighthouse at the bow of the concrete
ship was auctioned at the time and my father got it. He had no money to buy tables and at fi rst he used fi shcrates instead. I remember the town crier shouting “Asimakis is opening a tavern at the lighthouse; Asimakis is opening a tavern at the lighthouse”. At the opening, ouzo and chick peas were off ered to guests. Later on he got tables which would get swept away by the sea whenever there was a storm and had to be collected the next day from the beach opposite the tavern.
Many drunk customers would throw the plates in the sea just to see how many bounces they would make on the surface! The next day, my father would dive in the water to get them.
The lighthouse tavern opened on July 20th 1953 and stayed there until 1962.
On the inside seven tables with benches that could comfortably fi t thirty people were built. It was gradually getting wider on the inside as the bow of the ship opened, it was actually pretty big. It had a kitchen and a small toilet.
There were also tables on the deck, bronze portholes and aluminum sheets all around that were high enough to off er some sort of protection against the wind.
If you go down at the break of the sea you can still fi nd pieces from the metal sheets along with rocks. It was a beautiful thing and it’s a pity they wanted to demolish it. My mother would always have a change of clothes  and shoes inside the beacon as she kept getting soaked by the waters. Each time a ship would arrive, all the tables had to be taken away because the tavern fl oor was lower than the sea level and would get fl ooded. They were forced to leave the place when more and more ships began to use the port.
It just got too dangerous since their anchor cables kept breaking from the strong wind.
As kids I recall, we used to climb at the front of the ship and dive into the water. Th e waters were full of fi sh, my father had a pot in the water and whenever he pulled it up it was always full of fi sh.”
Mr. Sklias, one of the fi rst fi sh merchants in the port, remembers:
“Many times, the tavern on the concrete ship could not be accessed due to the weather.”
“When the weather was bad,” Mr. Kalpakis continues, “in order to get to the shore the guests used to wait for seven consecutive waves to break because it is said that the seventh wave in the set is always the biggest.
Once it passed, they started running for about one hundred metres since there was nothing that could stop the power of the sea.
The northern winds could easily cover you and throw you in the water.
My father could not aff ord a lifejacket, so, instead, he used a wooden broom tied to a rope in order to help those that fell into the sea.
He used to cry out “Evdoxia get the broom!” throw the broom at them, pull the rope and drag them out where there were some small stairs and from there he would pull them out of the water. Th e tavern was busy day and night, when the weather was bad and the boats stayed in, people would always be there drinking and eating. All these stories would sound diff erent coming out of someone that was actually there, I can only tell you what I remember from the stories my father told me”.